Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
operating
01
λειτουργικός, επιχειρησιακός
relating to the way a machine, device, or system functions or is controlled during use
Παραδείγματα
The operating temperature of the device is crucial for safety.
Η θερμοκρασία λειτουργίας της συσκευής είναι κρίσιμη για την ασφάλεια.
Λεξικό Δέντρο
operating
operate
oper



























