operating
Pronunciation
/ˈɑpɝˌeɪtɪŋ/, /ˈɔpɝˌeɪtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "operating"στα αγγλικά

01

λειτουργικός, επιχειρησιακός

relating to the way a machine, device, or system functions or is controlled during use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The operating temperature of the device is crucial for safety.
Η θερμοκρασία λειτουργίας της συσκευής είναι κρίσιμη για την ασφάλεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store