care worker
care
kɛə
keē
wor
wɜ:
ker

Ορισμός και σημασία του "care worker"στα αγγλικά

01

εργάτης φροντίδας, φροντιστής

a person whose job is to look after people who are sick, elderly, or need help with daily activities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
care workers
Παραδείγματα
The care worker visited the elderly man every morning. 

Ο κοινωνικός λειτουργός επισκεπτόταν τον ηλικιωμένο άνδρα κάθε πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store