urbanism
ur
ˈɜ:
ē
ba
nism
nɪəzm
niezm

Ορισμός και σημασία του "urbanism"στα αγγλικά

01

αστικός σχεδιασμός, μελέτη αστικών περιοχών

the study, planning, and development of cities and towns, including how they are designed and organized 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The conference focused on new ideas in urbanism. 

Η διάσκεψη επικεντρώθηκε σε νέες ιδέες στην αστική ανάπτυξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store