sarsen
sar
ˈsɑ:r
σαρ
sen
sən
σαν
/sˈɑːsən/

Ορισμός και σημασία του "sarsen"στα αγγλικά

01

ένας σάρσεν, μια πέτρα σάρσεν

a large, hard stone or boulder, often found standing alone or used in ancient stone circles and structures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sarsens
Παραδείγματα
Some of the sarsens have carvings that are still visible.
Μερικοί από τους sarsen έχαν χαρακτικά που είναι ακόμη ορατά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store