to bobsleigh
bob
ˈbɒb
bob
sleigh
sleɪ
slei

Ορισμός και σημασία του "bobsleigh"στα αγγλικά

to bobsleigh
01

κάνω μπομπσλέι, προπονούμαι στο μπομπσλέι

a winter sport where teams ride a sleek, enclosed sled down a narrow, twisting, icy track at high speeds, trying to finish in the fastest time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
bobsleigh
γ΄ ενικό πρόσωπο
bobsleighs
ενεστώτα μετοχή
bobsleighing
απλός αόριστος
bobsleighed
παθητική μετοχή
bobsleighed
Παραδείγματα
They trained all year for the two-man bobsleigh event at the Winter Olympics. 

Εκπαιδεύτηκαν όλο το χρόνο για το αγώνισμα του μπόμπσλεϊ δύο ατόμων στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες.

Λεξικό Δέντρο

bobsleigh

bob

+

sleigh

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store