Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agape
01
με ανοιχτό στόμα, κατάπληκτος
having the mouth open, typically from surprise, amazement, or shock
Παραδείγματα
They listened, agape, as the explorer told his incredible story.
Άκουγαν, με ανοιχτό στόμα, ενώ ο εξερευνητής διηγούνταν την απίστευτη ιστορία του.
Agape
01
αγάπη, ανιδιοτελής θεϊκή αγάπη
(in Christian theology) unconditional, divine love that reflects God's boundless compassion for humanity
Παραδείγματα
Agape is the foundation of Christian ethics, calling believers to love even their enemies.
Η Αγάπη είναι το θεμέλιο της χριστιανικής ηθικής, καλώντας τους πιστούς να αγαπούν ακόμη και τους εχθρούς τους.
02
αγάπη, χριστιανικό γεύμα αγάπης
an early Christian practice of sharing a communal meal to express unity and mutual love
Παραδείγματα
Early church leaders encouraged regular agapes to maintain fellowship.
Οι πρώτοι ηγέτες της εκκλησίας ενθάρρυναν τακτικές αγάπες για να διατηρήσουν την κοινωνία.
03
ανιδιοτελής αγάπη, αγάπη αγάπη
a form of love that is unconditional, selfless, and non-romantic, focused on care and compassion
Παραδείγματα
Acts of agape strengthen bonds within a community.
Οι πράξεις της αγάπης ενισχύουν τους δεσμούς εντός μιας κοινότητας.



























