to coagulate
Pronunciation
/koʊˈæɡjəˌɫeɪt/

Ορισμός και σημασία του "coagulate"στα αγγλικά

to coagulate
01

πήζω, συμπυκνώνω

to change from a liquid to a semi-solid or solid state, often through the process of clotting or curdling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coagulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
coagulates
ενεστώτα μετοχή
coagulating
απλός αόριστος
coagulated
παθητική μετοχή
coagulated
Παραδείγματα
The chef added lemon juice to the warm milk, causing it to coagulate and form curds for cheese making.
Ο σεφ πρόσθεσε χυμό λεμονιού στο ζεστό γάλα, προκαλώντας την πήξη του και τη δημιουργία τυροπήγματος για την παραγωγή τυριού.
02

πήζω, συμπυκνώνω

to cause a liquid to change into a thicker, semi-solid, or solid state
Παραδείγματα
The substance coagulated the milk into curds.
Η ουσία πήξε το γάλα σε τυρί.
01

πήξας, συμπυκνωμένος

having changed from a liquid into a soft, semi-solid, or solid mass
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coagulate
συγκριτικός βαθμός
more coagulate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Coagulate milk was used to make the cheese.
Το πηγμένο γάλα χρησιμοποιήθηκε για να φτιαχτεί το τυρί.

Λεξικό Δέντρο

coagulated
coagulation
coagulator
coagulate
coagul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store