Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to coagulate
01
πήζω, συμπυκνώνω
to change from a liquid to a semi-solid or solid state, often through the process of clotting or curdling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coagulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
coagulates
ενεστώτα μετοχή
coagulating
απλός αόριστος
coagulated
παθητική μετοχή
coagulated
Παραδείγματα
When making homemade yogurt, the milk begins to coagulate as the live cultures work to thicken it.
Όταν φτιάχνετε σπιτικό γιαούρτι, το γάλα αρχίζει να πήζει καθώς οι ζωντανές καλλιέργειες δουλεύουν για να το πήξουν.
02
πήζω, συμπυκνώνω
to cause a liquid to change into a thicker, semi-solid, or solid state
Παραδείγματα
The chef coagulated the cream by adding rennet.
Ο σεφ πήξε την κρέμα προσθέτοντας πυτιά.
coagulate
01
πήξας, συμπυκνωμένος
having changed from a liquid into a soft, semi-solid, or solid mass
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coagulate
συγκριτικός βαθμός
more coagulate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coagulate blood had clotted on the wound.
Το πήξαν αίμα είχε πήξει στο τραύμα.
Λεξικό Δέντρο
coagulated
coagulation
coagulator
coagulate
coagul



























