Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to co-sign
01
συνυπογράφω, υπογράφω από κοινού
to sign a document jointly with another person or entity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
co-sign
γ΄ ενικό πρόσωπο
co-signs
ενεστώτα μετοχή
co-signing
απλός αόριστος
co-signed
παθητική μετοχή
co-signed
Παραδείγματα
Directors co-signed the company resolution.
Οι διευθυντές συνυπέγραψαν την απόφαση της εταιρείας.
02
συνυπογράφω, υπογράφω ως εγγυητής
to sign a document in addition to another person's signature to guarantee a loan or financial obligation
Παραδείγματα
She co-signed the lease to support her roommate.
Εκείνη συνυπέγραψε το μισθωτήριο για να υποστηρίξει τη συγκάτοικό της.



























