Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clutter up
01
ανακατώνω, μετατρέπω σε ακαταστασία
to transform a place into a messy or disorganized environment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
clutter
ενεστώτας
clutter up
γ΄ ενικό πρόσωπο
clutters up
ενεστώτα μετοχή
cluttering up
απλός αόριστος
cluttered up
παθητική μετοχή
cluttered up
Παραδείγματα
She tends to clutter her desk up with stacks of papers and random objects.
Τείνει να ακαταστατεί το γραφείο της με στοίβες από χαρτιά και τυχαία αντικείμενα.



























