Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clutter up
[phrase form: clutter]
01
ανακατώνω, μετατρέπω σε ακαταστασία
to transform a place into a messy or disorganized environment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
clutter
ενεστώτας
clutter up
γ΄ ενικό πρόσωπο
clutters up
ενεστώτα μετοχή
cluttering up
απλός αόριστος
cluttered up
παθητική μετοχή
cluttered up
Παραδείγματα
Do n't clutter up the table with unnecessary decorations; it will create a messy and crowded dining area.
Μην ακατασταίνετε το τραπέζι με περιττές διακοσμήσεις· θα δημιουργήσει μια ακατάστατη και γεμάτη περιοχή φαγητού.



























