to clutter up
clu
ˈklʌ
kla
tter
tər
tēr
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "clutter up"στα αγγλικά

to clutter up
01

ανακατώνω, μετατρέπω σε ακαταστασία

to transform a place into a messy or disorganized environment 
to clutter up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
clutter
ενεστώτας
clutter up
γ΄ ενικό πρόσωπο
clutters up
ενεστώτα μετοχή
cluttering up
απλός αόριστος
cluttered up
παθητική μετοχή
cluttered up
Παραδείγματα
She tends to clutter her desk up with stacks of papers and random objects. 

Τείνει να ακαταστατεί το γραφείο της με στοίβες από χαρτιά και τυχαία αντικείμενα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store