clue
clue
klu:
kloo
shewchewanewcoup

Ορισμός και σημασία του "clue"στα αγγλικά

01

ένδειξη, στοιχείο

a slight indication or sign that something is the case 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clues
Παραδείγματα
I had no clue what he was talking about. 

Δεν είχα καμία ιδέα για το τι μιλούσε.

02

ενδειξη, στοιχείο

a piece of evidence that leads someone toward the solution of a crime or problem 
Παραδείγματα
The detective found a clue at the crime scenea fingerprint on the window. 

Ο ντετέκτιβ βρήκε ένα στοιχείο στη σκηνή του εγκλήματος—ένα δακτυλικό αποτύπωμα στο παράθυρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

clueless
clue
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store