cluck
cluck
klək
κλακ
/klˈʌk/

Ορισμός και σημασία του "cluck"στα αγγλικά

to cluck
01

κακαρίζω, κοκορίζω

(of a hen) to make a glottal sound characteristic of a hen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cluck
γ΄ ενικό πρόσωπο
clucks
ενεστώτα μετοχή
clucking
απλός αόριστος
clucked
παθητική μετοχή
clucked
Παραδείγματα
gıdaklama
κακάρισμα
01

κακάρισμα, κοκόρισμα

the glottal sound that a hen makes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clucks

Λεξικό Δέντρο

clucking
cluck
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store