cloying
cloying
klɔɪɪng
kloying
cloningclosing

Ορισμός και σημασία του "cloying"στα αγγλικά

01

υπερβολικά γλυκός, βαρετός

excessively sweet to the point of being unpleasant 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cloying
συγκριτικός βαθμός
more cloying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She couldn't finish the cloying candy. 

Δεν μπόρεσε να τελειώσει την υπερβολικά γλυκιά καραμέλα.

02

υπερβολικά συναισθηματικός, αηδιαστικός

overly sentimental to the point of being distasteful 
Παραδείγματα
The cloying dialogue in the movie turned off many viewers. 

Ο υπερβολικά συναισθηματικός διάλογος της ταινίας απώθησε πολλούς θεατές.

Λεξικό Δέντρο

cloyingly
cloying
cloy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store