Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cloud over
01
σκοτεινιάζω, θολώνω
(of a person's facial expression or mood) to suddenly become unhappy, worried, or troubled
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
cloud
ενεστώτας
cloud over
γ΄ ενικό πρόσωπο
clouds over
ενεστώτα μετοχή
clouding over
απλός αόριστος
clouded over
παθητική μετοχή
clouded over
Παραδείγματα
Her face clouded over when she received the unexpected news of her friend's accident.
Το πρόσωπό της σκοτεινιάστηκε όταν έλαβε την απρόσμενη είδηση για το ατύχημα του φίλου της.
02
συννεφιάζω, καλύπτομαι από σύννεφα
(of the sky or a particular area) to become covered or obscured by clouds, resulting in a decrease in visibility
Παραδείγματα
As the day progressed, the sky started to cloud over, casting a grayish hue across the landscape.
Καθώς η μέρα προχωρούσε, ο ουρανός άρχισε να συννεφιάζει, ρίχνοντας μια γκριζωπή απόχρωση στο τοπίο.



























