closeup
clo
ˈkləʊ
klew
seup
sʌp
sap

Ορισμός και σημασία του "closeup"στα αγγλικά

01

κοντινό πλάνο, στενή λήψη

a detailed and tightly framed photograph or film shot of a subject at close range 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
closeups
Παραδείγματα
The closeup of the actor's face conveyed a range of emotions, capturing the intensity of the moment. 

Το κοντινό πλάνο του προσώπου του ηθοποιού μετέφερε μια γκάμα συναισθημάτων, καταγράφοντας την ένταση της στιγμής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store