clod
clod
klɒd
κλοντ
cloud

Ορισμός και σημασία του "clod"στα αγγλικά

01

βλάκας, αγροίκος

a stupid, clumsy, or insensitive person 
clod definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
Παραδείγματα
The clod spilled wine on the white carpet without apologizing. 

Ο αγροίκος έριξε κρασί στο λευκό χαλί χωρίς να ζητήσει συγγνώμη.

02

σβώλος, μάζα

a compact mass 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clods

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cloddish
clod
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store