clod
clod
klɑ:d
klaad
/klˈɒd/

Ορισμός και σημασία του "clod"στα αγγλικά

01

βλάκας, αγροίκος

a stupid, clumsy, or insensitive person
clod definition and meaning
Informal
Offensive
Παραδείγματα
Only a clod would forget their own anniversary.
Μόνο ένας βλάκας θα ξεχνούσε την επέτειό του.
02

σβώλος, μάζα

a compact mass
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clods
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store