Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to climb up
01
σκαρφαλώνω, ανεβαίνω
go upward with gradual or continuous progress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
climb
ενεστώτας
climb up
γ΄ ενικό πρόσωπο
climbs up
ενεστώτα μετοχή
climbing up
απλός αόριστος
climbed up
παθητική μετοχή
climbed up
02
ανεβαίνω, ανέρχομαι σε βαθμό
rise in rank or status
03
σκαρφαλώνω, ανεβαίνω
to go upwards by wrapping around or grasping something for support, as some plants or animals do
Παραδείγματα
The flowers climb up trellises in the garden.
Τα λουλούδια ανεβαίνουν στα πλέγματα στον κήπο.



























