climatology
cli
ˌklaɪ
klai
ma
to
ˈtɒ
to
lo
gy
ʤi
ji

Ορισμός και σημασία του "climatology"στα αγγλικά

01

κλιματολογία, μελέτη των κλιμάτων

the scientific study of climates, including long-term patterns of temperature, humidity, wind, and other atmospheric conditions 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
climatologies
Παραδείγματα
Climatology explores the average weather conditions in a region over extended periods. 

Η κλιματολογία εξερευνά τις μέσες καιρικές συνθήκες σε μια περιοχή για μεγάλες χρονικές περιόδους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

climatologist
climatology
climate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store