Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to climb down
01
κατεβαίνω, καταβαίνω
to come down from a higher point or position, often with a careful or controlled manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
climb
ενεστώτας
climb down
γ΄ ενικό πρόσωπο
climbs down
ενεστώτα μετοχή
climbing down
απλός αόριστος
climbed down
παθητική μετοχή
climbed down
Παραδείγματα
After reaching the mountaintop, the climbers had to climb down to the base camp.
Αφού έφτασαν στην κορυφή του βουνού, οι ορειβάτες έπρεπε να κατέβουν στη βασική κατασκήνωση.
02
κατεβαίνω, παραδέχομαι το λάθος
to move to a different opinion or to admit to one's mistakes
Dialect
British
Transitive



























