Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to climb down
[phrase form: climb]
01
κατεβαίνω, καταβαίνω
to come down from a higher point or position, often with a careful or controlled manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
climb
ενεστώτας
climb down
γ΄ ενικό πρόσωπο
climbs down
ενεστώτα μετοχή
climbing down
απλός αόριστος
climbed down
παθητική μετοχή
climbed down
Παραδείγματα
As the sun set, the workers began to climb the construction scaffold down to conclude their day's work.
Καθώς ο ήλιος έδυε, οι εργάτες άρχισαν να κατεβαίνουν από το ικρίωμα κατασκευής για να ολοκληρώσουν την ημέρα εργασίας τους.
02
κατεβαίνω, παραδέχομαι το λάθος
to move to a different opinion or to admit to one's mistakes
Dialect
British
Transitive



























