climate
cli
ˈklaɪ
klai
mate
mət
mēt

Ορισμός και σημασία του "climate"στα αγγλικά

01

κλίμα, καιρικές συνθήκες

the typical weather conditions of a particular region 
climate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She prefers the tropical climate with its warm temperatures and abundant rainfall. 

Προτιμά το τροπικό κλίμα με τις ζεστές θερμοκρασίες του και την άφθονη βροχόπτωση.

02

κλίμα, ατμόσφαιρα

the general situation, mood, or set of conditions that strongly affect how people feel or behave in a place, time, or group 
Παραδείγματα
A climate of fear kept people silent. 

Ένα κλίμα φόβου κράτησε τους ανθρώπους σιωπηλούς.

Λεξικό Δέντρο

climatic
climatical
climatology
climate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store