clerk
Pronunciation
/ˈkɫɝk/

Ορισμός και σημασία του "clerk"στα αγγλικά

01

υπάλληλος γραφείου, γραμματέας

someone whose job is to keep records and do the routine tasks in an office, shop, etc.
clerk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clerks
Παραδείγματα
The clerk greeted visitors and directed them to the appropriate department.
Ο υπάλληλος χαιρέτησε τους επισκέπτες και τους κατεύθυνε στο κατάλληλο τμήμα.
02

πωλητής, υπάλληλος καταστήματος

a person employed in a store to assist customers and handle sales transactions
Dialectamerican flagAmerican
clerk definition and meaning
Παραδείγματα
He worked as a clerk at the local bookstore.
Δούλεψε ως υπάλληλος στο τοπικό βιβλιοπωλείο.
to clerk
01

εργάζομαι ως υπάλληλος γραφείου, εκτελώ τα καθήκοντα ενός υπαλλήλου

to perform duties as a clerk, typically in an office, administrative, or legal setting
to clerk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clerk
γ΄ ενικό πρόσωπο
clerks
ενεστώτα μετοχή
clerking
απλός αόριστος
clerked
παθητική μετοχή
clerked
Παραδείγματα
She clerked for a government agency over the summer.
Εργάστηκε ως υπάλληλος για μια κυβερνητική υπηρεσία κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Λεξικό Δέντρο

clerkship
clerk
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store