Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clerk
01
υπάλληλος γραφείου, γραμματέας
someone whose job is to keep records and do the routine tasks in an office, shop, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clerks
Παραδείγματα
The clerk processed the customer’s return and issued a refund.
Ο υπάλληλος διεκπεραίωσε την επιστροφή του πελάτη και εξέδωσε επιστροφή χρημάτων.
02
πωλητής, υπάλληλος καταστήματος
a person employed in a store to assist customers and handle sales transactions
Dialect
American
Παραδείγματα
The clerk helped me find the right size shirt.
Ο υπάλληλος με βοήθησε να βρω το πουκάμισο στο σωστό μέγεθος.
to clerk
01
εργάζομαι ως υπάλληλος γραφείου, εκτελώ τα καθήκοντα ενός υπαλλήλου
to perform duties as a clerk, typically in an office, administrative, or legal setting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clerk
γ΄ ενικό πρόσωπο
clerks
ενεστώτα μετοχή
clerking
απλός αόριστος
clerked
παθητική μετοχή
clerked
Παραδείγματα
She clerked at the law firm for two years after graduation.
Εργάστηκε ως υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο για δύο χρόνια μετά την αποφοίτησή της.
Λεξικό Δέντρο
clerkship
clerk



























