Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clear up
01
ξεκαθαρίζω, εξηγώ
to explain or resolve confusion, making something easier to understand or less ambiguous
Transitive: to clear up information or a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
clear
ενεστώτας
clear up
γ΄ ενικό πρόσωπο
clears up
ενεστώτα μετοχή
clearing up
απλός αόριστος
cleared up
παθητική μετοχή
cleared up
Παραδείγματα
The professor took the time to clear up any misunderstandings about the assignment during office hours.
Ο καθηγητής αφιέρωσε χρόνο για να ξεκαθαρίσει τυχόν παρεξηγήσεις σχετικά με την εργασία κατά τις ώρες γραφείου.
Παραδείγματα
The rain clouds began to dissipate, and the sky started to clear up, promising a sunny afternoon.
Τα σύννεφα της βροχής άρχισαν να διαλύονται, και ο ουρανός άρχισε να καθαρίζει, υποσχόμενος ένα ηλιόλουστο απόγευμα.
03
αναρρώνω, θεραπεύομαι
to become cured, typically referring to an illness or medical condition
Intransitive
Παραδείγματα
After a week of rest and medication, his cold finally started to clear up, and he began to feel better.
Μετά από μια εβδομάδα ανάπαυσης και φαρμάκων, το κρυολόγημα του άρχισε τελικά να βελτιώνεται, και άρχισε να νιώθει καλύτερα.
04
τακτοποιώ, καθαρίζω
to make a space neat and tidy by removing mess or dirt
Παραδείγματα
She cleared up the toys after the children finished playing.
Αυτή τακτοποίησε τα παιχνίδια αφού τα παιδιά τελείωσαν να παίζουν.



























