Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cleansing
01
καθαρισμός, εκκαθάριση
the act of making something clean
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cleansings
cleansing
01
καθαριστικός, πλύσιμος
cleansing the body by washing; especially ritual washing of e.g. hands
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cleansing
συγκριτικός βαθμός
more cleansing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
hygiene, ritual, health
02
καθαριστικός, απολυμαντικός
acting like an antiseptic
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cleansing
cleanse
clean



























