cleansing
clean
ˈklɛn
klen
sing
zɪng
zing
clearingcleaning

Ορισμός και σημασία του "cleansing"στα αγγλικά

01

καθαρισμός, εκκαθάριση

the act of making something clean 
cleansing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cleansings
01

καθαριστικός, πλύσιμος

cleansing the body by washing; especially ritual washing of e.g. hands 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cleansing
συγκριτικός βαθμός
more cleansing
διαβαθμίσιμο
02

καθαριστικός, απολυμαντικός

acting like an antiseptic 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store