cleaning lady
clea
ˈkli:
kli
ning
nɪng
ning
la
leɪ
lei
dy
di
di

Ορισμός και σημασία του "cleaning lady"στα αγγλικά

01

καθαρίστρια, υπάλληλος καθαριότητας

a woman employed to clean and maintain the cleanliness of buildings or premises 
cleaning lady definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cleaning ladies
Παραδείγματα
The cleaning lady arrives every Friday to tidy the house. 

Η καθαρίστρια έρχεται κάθε Παρασκευή για να τακτοποιήσει το σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store