cleaning lady
Pronunciation
/klˈiːnɪŋ lˈeɪdi/

Ορισμός και σημασία του "cleaning lady"στα αγγλικά

01

καθαρίστρια, υπάλληλος καθαριότητας

a woman employed to clean and maintain the cleanliness of buildings or premises
cleaning lady definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cleaning ladies
Παραδείγματα
The cleaning lady organizes the kitchen and bathrooms with care.
Η καθαρίστρια οργανώνει την κουζίνα και τα μπάνια με προσοχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store