clavicle
cla
ˈklæ
klā
vi
vi
cle
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "clavicle"στα αγγλικά

01

κλείδα, κλειδοκράνιο

the long, curved bone that connects the shoulder blade to the sternum 
clavicle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clavicles
Παραδείγματα
She broke her clavicle while skiing. 

Έσπασε το κλείδα της ενώ έκανε σκι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store