Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clause
01
πρόταση, ρήτρα
(grammar) a group of words that contains a subject and a verb and functions as a unit within a sentence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clauses
Παραδείγματα
He highlighted the main clause in the sentence with a red marker.
Επισήμανε την κύρια πρόταση στην πρόταση με ένα κόκκινο μαρκαδόρο.
02
ρήτρα, άρθρο
a separate part of a legal document that requires or talks about something specific
Παραδείγματα
The rental agreement includes a clause specifying the responsibilities of both the landlord and the tenant.
Η σύμβαση μίσθωσης περιλαμβάνει μια ρήτρα που καθορίζει τις ευθύνες τόσο του ιδιοκτήτη όσο και του ενοικιαστή.
Λεξικό Δέντρο
clausal
subclause
clause



























