afloat
af
ˈəf
ēf
loat
ləʊt
lewt
scrotedenotedevotecapote

Ορισμός και σημασία του "afloat"στα αγγλικά

01

παραφερόμενος, επιπλέοντας χωρίς σκοπό

aimlessly drifting 
afloat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most afloat
συγκριτικός βαθμός
more afloat
διαβαθμίσιμο
02

επιπλέων, πάνω στο νερό

borne on the water; floating 
03

πλημμυρισμένος, καλυμμένος με νερό

covered with water 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store