Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aficionado
01
γνώστης, ενθουσιώδης
a person who is knowledgeable and enthusiastic about a particular activity, subject, or interest
Παραδείγματα
He is a football aficionado who knows every player's statistics.
Είναι ένας λατρής του ποδοσφαίρου που γνωρίζει τα στατιστικά κάθε παίκτη.
02
αφισιονάδο, θαυμαστής της ταυρομαχίας
a fan of bull fighting



























