aficionado
Pronunciation
/əˌfiʃjəˈnɑˌdoʊ/

Ορισμός και σημασία του "aficionado"στα αγγλικά

01

γνώστης, ενθουσιώδης

a person who is knowledgeable and enthusiastic about a particular activity, subject, or interest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aficionados
Παραδείγματα
He is a football aficionado who knows every player's statistics.
Είναι ένας λατρής του ποδοσφαίρου που γνωρίζει τα στατιστικά κάθε παίκτη.
02

αφισιονάδο, θαυμαστής της ταυρομαχίας

a fan of bull fighting
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store