clammy
cla
ˈklæ
klā
mmy
mi
mi
blammyspammywhammymammy

Ορισμός και σημασία του "clammy"στα αγγλικά

01

υγρό και κρύο, κολλώδης

unpleasantly cool and humid 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
clammiest
συγκριτικός βαθμός
clammier
διαβαθμίσιμο
02

υγρό και κολλώδες, ιδρωμένος

unpleasantly damp and sticky, often referring to skin or surfaces that feel cool and moist to the touch 
Παραδείγματα
She wiped her clammy hands on her pants before shaking hands. 

Σκούπισε τα υγρά της χέρια στο παντελόνι της πριν από τη χειραψία.

Λεξικό Δέντρο

clammily
clamminess
clammy
clam
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store