to clam up
clam
klæm
klām
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "clam up"στα αγγλικά

to clam up
01

κλείνομαι, σιωπώ ξαφνικά

to suddenly become silent or refuse to talk, often because of nervousness, fear, or a desire to keep information secret 
to clam up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
clam
ενεστώτας
clam up
γ΄ ενικό πρόσωπο
clams up
ενεστώτα μετοχή
clamming up
απλός αόριστος
clammed up
παθητική μετοχή
clammed up
Παραδείγματα
Every time the teacher asked him about his weekend, he would clam up and avoid eye contact. 

Κάθε φορά που ο δάσκαλος τον ρωτούσε για το σαββατοκύριακό του, έκλεινε το στόμα του και απέφευγε την οπτική επαφή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store