Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clad
01
ντυμένος, ενδεδυμένος
wearing clothes, especially in a particular manner or material
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The knights were clad in shining armor for the tournament.
Οι ιππότες ήταν ντυμένοι σε λαμπερές πανοπλίες για το τουρνουά.
02
επικαλυμμένος, επιμεταλλωμένος
having an outer covering especially of thin metal
Λεξικό Δέντρο
unclad
clad



























