Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clad
01
ντυμένος, ενδεδυμένος
wearing clothes, especially in a particular manner or material
Παραδείγματα
The soldiers were clad in camouflage uniforms for the jungle mission.
Οι στρατιώτες ήταν ντυμένοι με στολές καμουφλάζ για την αποστολή στη ζούγκλα.
02
επικαλυμμένος, επιμεταλλωμένος
having an outer covering especially of thin metal
Λεξικό Δέντρο
unclad
clad



























