Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
circumstantial
01
έμμεσος, περιστασιακός
based on indirect evidence rather than direct proof
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
evidence, law
Παραδείγματα
The case against him is circumstantial.
Η υπόθεση εναντίον του είναι έμμεση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
circumstantially
circumstantial



























