circumflex
cir
ˈsɜ:
sē
cumf
kəmf
kēmf
lex
lɛks
leks

Ορισμός και σημασία του "circumflex"στα αγγλικά

01

περισπωμένη, τόνος περισπωμένης

the mark ^, placed over a vowel in some languages indicating contraction, length, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
circumflexes

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store