circulatory
cir
ˈsɜ:
cu
kjʊ
kyoo
la
to
ˌtə
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "circulatory"στα αγγλικά

circulatory
01

κυκλοφορικός, καρδιαγγειακός

related to the movement of blood throughout the body via the cardiovascular system, which includes the heart and blood vessels 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Circulatory disorders, such as hypertension or peripheral artery disease, can affect blood flow and lead to health complications. 

Οι διαταραχές κυκλοφορίας, όπως η υπέρταση ή η περιφερική αρτηριακή νόσος, μπορούν να επηρεάσουν την ροή του αίματος και να οδηγήσουν σε επιπλοκές της υγείας.

02

κυκλοφορικός

of or relating to circulation 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store