Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chutzpah
01
θράσος, τολμηρότητα
a brazen or audacious attitude characterized by a lack of shame or modesty
Παραδείγματα
The politician 's chutzpah knew no bounds as he boldly promised sweeping reforms during his campaign.
Η θρασύτητα του πολιτικού δεν γνώριζε όρια καθώς υποσχέθηκε τολμηρά ευρεία μεταρρυθμίσεις κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του.



























