Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to churn out
01
παράγω μαζικά, κατασκευάζω σε μεγάλες ποσότητες
to produce something quickly and in large quantities, often with a focus on quantity over quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
churn
ενεστώτας
churn out
γ΄ ενικό πρόσωπο
churns out
ενεστώτα μετοχή
churning out
απλός αόριστος
churned out
παθητική μετοχή
churned out
Παραδείγματα
The factory churns out thousands of smartphones every day.
Το εργοστάσιο παράγει μαζικά χιλιάδες smartphones κάθε μέρα.
02
παράγω σε σειρά, κατασκευάζω μηχανικά
perform in a mechanical way



























