churn out
churn
ʧɜ:n
τσερν
out
aʊt
αουτ
/tʃˈɜːn ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "churn out"στα αγγλικά

to churn out
01

παράγω μαζικά, κατασκευάζω σε μεγάλες ποσότητες

to produce something quickly and in large quantities, often with a focus on quantity over quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
churn
ενεστώτας
churn out
γ΄ ενικό πρόσωπο
churns out
ενεστώτα μετοχή
churning out
απλός αόριστος
churned out
παθητική μετοχή
churned out
Παραδείγματα
The author churns out bestsellers at an impressive rate.
Ο συγγραφέας βγάζει εμπορικά επιτυχημένα βιβλία με εντυπωσιακό ρυθμό.
02

παράγω σε σειρά, κατασκευάζω μηχανικά

perform in a mechanical way
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store