Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to churn out
01
παράγω μαζικά, κατασκευάζω σε μεγάλες ποσότητες
to produce something quickly and in large quantities, often with a focus on quantity over quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
churn
ενεστώτας
churn out
γ΄ ενικό πρόσωπο
churns out
ενεστώτα μετοχή
churning out
απλός αόριστος
churned out
παθητική μετοχή
churned out
Παραδείγματα
The author churns out bestsellers at an impressive rate.
Ο συγγραφέας βγάζει εμπορικά επιτυχημένα βιβλία με εντυπωσιακό ρυθμό.
02
παράγω σε σειρά, κατασκευάζω μηχανικά
perform in a mechanical way



























