churl
churl
ʧɜ:l
chēl
twirlswirlwhirlbirle

Ορισμός και σημασία του "churl"στα αγγλικά

01

αγροίκος, αγενής

a rude, boorish, or uncivilized person 
churl definition and meaning
παρωχημένο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
churls
Παραδείγματα
The host called the rude guest a churl for insulting the food. 

Ο οικοδεσπότης αποκάλεσε τον αγενή επισκέπτη αγενή γιατί προσέβαλε το φαγητό.

02

αγροίκος, δύστροπος άνθρωπος

a bad-tempered person 
03

τσιγκούνης, φιλάργυρος

a selfish person who is unwilling to give or spend 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store