to chug
Pronunciation
/ˈtʃəɡ/

Ορισμός και σημασία του "chug"στα αγγλικά

to chug
01

πίνω με μεγάλες γουλιές, καταπίνω

to consume a beverage, usually a carbonated or alcoholic one, quickly and in large gulps
Transitive: to chug a beverage
to chug definition and meaning
informal
Παραδείγματα
The group of friends loudly cheered as they chugged their beers in a drinking contest.
Η ομάδα των φίλων ζητωκραύγασε δυνατά καθώς κατάπιναν τις μπύρες τους σε έναν διαγωνισμό πόσης.
02

βροντώ, κάνω τον ήχο τρενου

to produce a rhythmic and repetitive sound, often resembling the noise made by a train or an engine
Dialectamerican flagAmerican
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chug
γ΄ ενικό πρόσωπο
chugs
ενεστώτα μετοχή
chugging
απλός αόριστος
chugged
παθητική μετοχή
chugged
Παραδείγματα
The coffee machine chugged as it brewed a fresh pot.
Η μηχανή καφέ έβγαζε θόρυβο καθώς ετοίμαζε μια φρέσκια κανάτα.
01

βουητό, βρόντημα

a dull, rhythmic, explosive sound, typically made by an engine or motor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chugs
Παραδείγματα
The train 's chug signaled it was ready to depart.
Το τσου-τσου του τρένου σήμαινε ότι ήταν έτοιμο να αναχωρήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store