Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chubby
01
παχουλός, στρογγυλός
(particularly of a child or young adult) slightly overweight in a way that is considered cute or charming rather than unhealthy or unattractive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
chubbiest
συγκριτικός βαθμός
chubbier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
body, appearance, health
Παραδείγματα
Despite being a little chubby, she was always full of energy and laughter.
Παρά το ότι ήταν λίγο χοντρούλα, ήταν πάντα γεμάτη ενέργεια και γέλιο.
02
στρουμπουλός, στρογγυλός
having a soft, rounded shape
Παραδείγματα
The baby has chubby cheeks that are so cute.
Το μωρό έχει στρογγυλά μαγουλά που είναι τόσο γλυκά.
Chubby
01
το παχουλό, ο στρουμπουλός
a person, typically a child, with a round, slightly overweight appearance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chubbies
Παραδείγματα
The little chubby was smiling happily as he ate his ice cream.
Το μικρό χοντρούλικο χαμογελούσε ευτυχισμένο ενώ έτρωγε το παγωτό του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
chubbiness
chubby
chub



























