chronograph
chro
krɒ
kro
no
nəʊ
new
graph
grɑ:f
graaf

Ορισμός και σημασία του "chronograph"στα αγγλικά

01

χρονογράφος, μετρητής χρόνου

a device used to measure and record precise time intervals 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chronographs
Παραδείγματα
He used the chronograph to time his running laps. 

Χρησιμοποίησε το χρονογράφο για να χρονομετρήσει τους γύρους του στο τρέξιμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store