to chronicle
chro
ˈkrɒ
kro
ni
nɪ
ni
cle
kəl
kēl
ironicalconical

Ορισμός και σημασία του "chronicle"στα αγγλικά

to chronicle
01

χρονογραφώ, καταγράφω

to record a series of historical events in a detailed way by a chronological order 
Transitive: to chronicle historical events
to chronicle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chronicle
γ΄ ενικό πρόσωπο
chronicles
ενεστώτα μετοχή
chronicling
απλός αόριστος
chronicled
παθητική μετοχή
chronicled
Παραδείγματα
The historian chronicles the rise and fall of ancient civilizations in her latest book. 

Η ιστορικός χρονικογραφεί την άνοδο και την πτώση των αρχαίων πολιτισμών στο τελευταίο της βιβλίο.

01

χρονικό, αναλυτικό ιστορικό

a historical account of events presented in chronological order 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chronicles
Παραδείγματα
The historian wrote a detailed chronicle of the medieval period. 

Ο ιστορικός έγραψε μια λεπτομερή χρονική της μεσαιωνικής περιόδου.

1.1

χρονικό, χρονολογική αφήγηση

a fictional narrative that presents events in a time-ordered sequence 
Παραδείγματα
The book is a chronicle of an imaginary kingdom's history. 

Το βιβλίο είναι μια χρονική αφήγηση της ιστορίας ενός φανταστικού βασιλείου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

chronicler
chronicle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store