chronic
chro
ˈkrɒ
kro
nic
nɪk
nik
laconicavionicdemonichedonic

Ορισμός και σημασία του "chronic"στα αγγλικά

01

χρόνιος, διαρκής

(of an illness) difficult to cure and long-lasting 
chronic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most chronic
συγκριτικός βαθμός
more chronic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Mary's chronic asthma requires daily medication to control her symptoms. 

Το χρόνιο άσθμα της Mary απαιτεί καθημερινή φαρμακευτική αγωγή για τον έλεγχο των συμπτωμάτων της.

02

χρόνιος, επίμονος

lasting or continuing for an extended period 
Παραδείγματα
The country faces chronic unemployment. 

Η χώρα αντιμετωπίζει χρόνια ανεργία.

03

χρόνιος, εξοικειωμένος

developing as a regular habit or behavior pattern 
Παραδείγματα
He's a chronic complainer who never finds satisfaction. 

Είναι χρόνιος παραπονιάρης που ποτέ δεν βρίσκει ικανοποίηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store