Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chronic
01
χρόνιος, διαρκής
(of an illness) difficult to cure and long-lasting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most chronic
συγκριτικός βαθμός
more chronic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Mary's chronic asthma requires daily medication to control her symptoms.
Το χρόνιο άσθμα της Mary απαιτεί καθημερινή φαρμακευτική αγωγή για τον έλεγχο των συμπτωμάτων της.
02
χρόνιος, επίμονος
lasting or continuing for an extended period
Παραδείγματα
The country faces chronic unemployment.
Η χώρα αντιμετωπίζει χρόνια ανεργία.
03
χρόνιος, εξοικειωμένος
developing as a regular habit or behavior pattern
Παραδείγματα
He's a chronic complainer who never finds satisfaction.
Είναι χρόνιος παραπονιάρης που ποτέ δεν βρίσκει ικανοποίηση.



























