choleric
cho
ˈkɑ
κα
le
λερ
ric
rɪk
ρικ
/kə‍ʊlˈɛɹɪk/

Ορισμός και σημασία του "choleric"στα αγγλικά

01

χολερικός, ευερέθιστος

easily angered or irritated
Formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most choleric
συγκριτικός βαθμός
more choleric
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His choleric attitude often led to tense situations in meetings.
Η χολερική του συμπεριφορά συχνά οδηγούσε σε τεταμένες καταστάσεις σε συναντήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store