Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Choker
01
σφιχτό κολιέ, τσόκερ
a close-fitting necklace or band worn around the neck
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chokers
02
ψηλό σφιχτό γιακά, κολιέ
a high tight collar
03
πνιγμός, δολοφόνος με πνιγμό
someone who kills by strangling
04
ένας ηττημένος, ένας αποτυχημένος
an unfortunate person who is unable to perform effectively because of nervous tension or agitation
Λεξικό Δέντρο
choker
choke



























