Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chokehold
01
πνικτική λαβή, λαβή λαιμού
a restraining hold; someone loops the arm around the neck of another person in a tight grip, usually from behind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chokeholds
02
πλήρης έλεγχος, απόλυτη εξουσία
complete power over a person or situation
Λεξικό Δέντρο
chokehold
choke
hold



























