Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to choke back
01
καταπνίγω, συγκρατώ
to stop oneself from expressing feelings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
back
βασικό ρήμα
choke
ενεστώτας
choke back
γ΄ ενικό πρόσωπο
chokes back
ενεστώτα μετοχή
choking back
απλός αόριστος
choked back
παθητική μετοχή
choked back
Παραδείγματα
They struggled to choke their disappointment back after the loss.
Πάλεψαν να καταπιούν την απογοήτευσή τους μετά την ήττα.



























