Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Choir
01
χορωδία, σύνολο τραγουδιού
a group of singers who perform together, particularly in religious ceremonies or in public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
choirs
Παραδείγματα
The church choir sang hymns during the Sunday morning service.
Ο χορωδιακός της εκκλησίας τραγούδησε ύμνους κατά τη διάρκεια της κυριακάτικης πρωινής λειτουργίας.
02
χορωδία, χορικό
an area in a church that is occasionally occupied by a group of singers performing together while religious ceremonies are held
03
χορωδία, οργανικό σύνολο
a family of similar musical instrument playing together
to choir
01
τραγουδώ σε χορωδία, είμαι μέλος χορωδίας
to sing or perform as part of a choir or choral group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
choir
γ΄ ενικό πρόσωπο
choirs
ενεστώτα μετοχή
choiring
απλός αόριστος
choired
παθητική μετοχή
choired
Παραδείγματα
They choir every Sunday at the church service, lifting their voices in hymns.
Αυτοί τραγουδούν σε χορωδία κάθε Κυριακή στη λειτουργία της εκκλησίας, υψώνοντας τις φωνές τους σε ύμνους.
Λεξικό Δέντρο
choral
choral
choir



























