Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chocolaty
01
σοκολατένιος, με γεύση σοκολάτας
having the flavor, smell, or qualities characteristic of chocolate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most chocolaty
συγκριτικός βαθμός
more chocolaty
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fudge was dense and intensely chocolatey.
Το φάτζ ήταν πυκνό και έντονα σοκολατένιο.
Λεξικό Δέντρο
chocolaty
chocolate



























